
Η δασκάλα καλεί στο τηλέφωνο τους γονείς του Γιώργου. «Κυρία Μαρίας», λέει, «ο Γιώργος ξαναήρθε χωρίς τάξη, δεν έκανε την εργασία του και σήμερα μάλιστα φώναξε μέσα στην τάξη.»
Ακούγεται η φωνή του πατέρα στο ακουστικό: «Τι έκανε τώρα το παιδί;» Η δασκάλα εξηγεί ήρεμα τι συνέβη, του λέει ότι πρέπει να πάρει μέτρα γιατί σε λίγο θα γίνει συνήθεια.
Ο πατέρας αναστενάζει και απαντά: «Καταλαβαίνω, κυρία. Με συγχωρείτε, αλλά ίσως τελικά εμείς να φταίμε. Πριν λίγο του είπα να προσέχει τη συμπεριφορά του γιατί το βλέπουν οι άλλοι. Και ξέρετε πώς είμαι όταν με βλέπουν — γίνομαι σοβαρός, αρχίζω τα μαθήματα...»
Η δασκάλα περιμένει μια ιδέα για τι θα κάνει ο πατέρας και ρωτά: «Και τι προτίθεστε να κάνετε;» Ο πατέρας απαντά ξανά: «Μισό λεπτό — να τον φωνάξω;» Φωνάζει, μπαίνει ο Γιώργος και η δασκάλα τον ρωτά ευγενικά: «Τι έχεις να πεις;»
Ο Γιώργος κοιτάζει τον πατέρα του, εκείνος τον κοιτάζει αυστηρά κι ο μικρός ψιθυρίζει: «Μπαμπά, εσύ πάντα τα λες καλύτερα!» Ο πατέρας γυρνάει στη δασκάλα, χαμογελάει και λέει: «Έλα τώρα, κυρία — αν εγώ αρχίσω να κάνω τον διευθυντή, θα μείνουν άνεργα τα μισά καφενεία της γειτονιάς!»
Γρίφοι & Αστεία























Σχόλια