
Ο παππούς μπαίνει στην τράπεζα με το μπαστούνι στο ένα χέρι και την τσάντα με τις συντάξεις στο άλλο. Στην ουρά ακούγεται το συνηθισμένο ψιθύρισμα: «Άλλος ένας που θα ρωτήσει πώς βγάζεις φαΐ».
Φτάνει στο γκισέ, η υπάλληλος με το χαμόγελο που έχει μάθει να κρύβει την υπομονή της ρωτάει ευγενικά: «Θα κάνετε ανάληψη ή κατάθεση;» Ο παππούς τη σκέφτεται, κοιτάει πάνω-κάτω και απαντά σοβαρά: «Κατάθεση… ελπίδας.»
Η υπάλληλος γελάει κι απαντά: «Σε τι λογαριασμό να την καταθέσω;» Αυτός, χωρίς να χάσει μια, ξεφυσάει: «Στον μοναδικό που έχω: λογαριασμός “Μη με ξεχάσετε”.» Όλοι στην ουρά χειροκροτούν — κι έφυγε κι ο παππούς με την κάρτα και μια ιστορία παραπάνω.
Γρίφοι & Αστεία























Σχόλια